Άννα Εμμανουηλίδου
Ομιλία στην ημερίδα του ΕΚΕΨΥΕ με τίτλος: “Ψυχοθεραπεία στην κοινότητα: Παρελθόν, Παρόν, Μέλλον”, Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος 2019.

Το δίλημμα ψυχοθεραπεία ή ψυχιατρική θα πρέπει να φαίνεται άτοπο σε έναν έμπειρο θεραπευτή ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία. Αν όχι ψυχοθεραπεία, τότε τι καλείται να είναι η ψυχιατρική; Αυτό το δίλημμα αποτελεί ωστόσο το θεμέλιο λίθο της κλασικής ή νοσοκομειακής ψυχιατρικής αντιμετώπισης ψυχικών δυσκολιών, οι οποίες χαρακτηρίζονται “ψυχιατρικές” και σ’ αυτές περικλείονται οι διάφορες μορφές ψυχώσεων και συναισθηματικών λεγόμενων διαταραχών. Ήδη λοιπόν από τον πρώτο ορισμό των εννοιών έχουμε να αντιμετωπίσουμε εμπόδια συνεννόησης εσωτερικά του χώρου των ψυχοθεραπευτών με βάση μια κατασκευή περί του ιάσιμου ή όχι συγκεκριμένων ψυχικών δυσκολιών. Κλινικές εικόνες που καταλήγουν στα ψυχιατρικά καταστήματα τείνουν να θεωρούνται από την κλασική ψυχιατρική δύσκολα ή καθόλου ιάσιμες, μη προσβάσιμες σε ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις και ως εκ τούτου αποκλειστικά φαρμακευτικά διαχειρίσιμες, αν και όχι τις περισσότερες φορές με επιτυχία. Αυτή η ανάγνωση των λεγόμενων ψυχιατρικών διαταραχών προδιαγράφει τη χρονιότητα αυτών των κλινικών καταστάσεων, πολύ περισσότερο μάλιστα την κατασκευάζει, καθώς προτείνει και χρησιμοποιεί στην πράξη πρακτικές
● εξατομίκευσης του προβλήματος και όχι συστημικής-οικογενειακής του κατανόησης
● φυσικής απομόνωσης του πάσχοντος υποκειμένου με νοσηλείες χωρίς ή ελαχιστοποιημένα επισκεπτήρια, ακόμα κ παρά τη θέλησή του
● ανακύκλωσης ενδοοικογενειακά των σχεσιακών αντιφάσεων που συνδιαμορφώνουν το πρόβλημα, καθώς η οικογένεια καλείται στην πράξη να εναποθέσει την ευθύνη του προβλήματος στο πάσχον μέλος της, αντί να την μοιραστεί και να την αξιοποιήσει
● χημικής αποδυνάμωσης του νοητικού και συναισθηματικού οπλοστασίου του αγωνιζόμενου προσώπου και
● οικοδόμησης ενός θεσμικού πλαισίου, που ακινητοποιεί τις φυσικές διαδικασίες αλληλεπίδρασης και εξέλιξης του ψυχωσικού βιώματος, μέσω βίαιων προσαγωγών, αναγκαστικής φαρμακευτικής αγωγής υψηλών δόσεων, καθηλώσεων και εκβιασμών στη θέση μιας θεραπευτικής φροντίδας.
Μπορούμε νομίζω να συμφωνήσουμε όλες και όλοι, ανεξαρτήτως ειδικότητας, ότι η κλασική μονοδιάστατα φαρμακευτική ψυχιατρική αντιμετώπιση ψυχιατρικών κρίσεων έχει βαθμό επιτυχίας μηδέν με τόνο στην ίαση τέτοιων ψυχωσικών εικόνων. Κατορθώνει μόνο μια συνολική καταστολή, η οποία αφήνει ανεπεξέργαστο το ψυχωσικό βίωμα. Ως επίσημη απάντηση σ’ αυτήν την διαπίστωση έρχεται η ενοχοποίηση των εν κρίσει υποκειμένων και της ασθένειάς τους, η κατασκευή του ιδεολογήματος περί ανίατου και της χρονιότητας ως δήθεν εγγενούς χαρακτηριστικού των συγκεκριμένων κλινικών εικόνων.
➢ Ο βιολογισμός σχετικά με την προέλευση ψυχικών διαταραχών,
➢ το ιδεολόγημα του ανίατου των ψυχώσεων και
➢ η σχεδόν αποκλειστικά και μόνο φαρμακευτική αντιμετώπιση οξειών ψυχικών κρίσεων
είναι οι τρεις στηλοβάτες της συνήθους εφαρμογής της παραδοσιακής ψυχιατρικής και οι τρεις στηλοβάτες της χρονιοποίησης των αρχικών συμπτωμάτων και της παραγωγής νέων, σαφώς επιδεινωμένων, μέσω της χημικής καταστολής και της κοινωνικής περιθωριοποίησης. Όλη η παραπάνω προβληματική παίρνει τεράστιες διαστάσεις, όταν μιλάμε για νεαρά άτομα που αναπτύσσουν τέτοια βιώματα και συμπεριφορές, στην εφηβική και μετεφηβική ηλικία, ηλικία, η οποία αποτελεί και την συνήθη χρονική στιγμή εμφάνισης ψυχώσεων.
Δυστυχώς η ψυχοθεραπεία δεν παίζει σχεδόν κανέναν ρόλο στην κλασική νοσοκομειακή τουλάχιστον, αλλά και όχι μόνον, ψυχιατρική των ψυχώσεων. Η ψυχοθεραπεία θεωρείται – και έτσι κοινοποιείται μέχρι και σήμερα στις οικογένειες των ψυχωσικών “ασθενών”- είτε ως πολύ επώδυνη και έτσι αντενδεικνυόμενη σε περιπτώσεις ψυχώσεων, είτε ως πολύ περίπλοκη διανοητική διαδικασία και έτσι και πάλι αντενδεικνυόμενη σε περιπτώσεις ψυχώσεων, είτε δυνάμει ανατρεπτική της οικογενειακής ζωής. Τι ειρωνεία! Αυτή η άποψη υπονοεί το οξύμωρο και σχεδόν κωμικό σχήμα ότι α) οι ψυχωσικοί ασθενείς δεν βιώνουν κατά την προετοιμασία και την οξεία βίωση των επεισοδίων τους ή κατά τη λήψη ψυχοφαρμάκων επώδυνες και ακραίες στην έκβασή τους καταστάσεις και περιμένουν να πονέσουν από την ψυχοθεραπεία! β) ότι οι ψυχωσικοί ασθενείς δεν είναι σε θέση να επικοινωνήσουν διανοητικά και συναισθηματικά, σαν να έχουν πάθει νοητική υστέρηση ή κάτι τέτοιο, ενώ στην πράξη διασχίζονται και σπαράσσονται από ακραία συναισθήματα και ταχύτατους ρυθμούς σκέψης (πράγματα, τα οποία σημειωτέον επικαλείται η ψυχιατρική ως συμπτώματα της ίδιας της νόσου). γ) ότι οι οικογένειές τους δεν έχουν ήδη δει να ανατρέπεται η ζωή τους μέσω της ψυχωσικής κρίσης και η ψυχοθεραπεία είναι αυτή που θα το πράξει!
Στη σημερινή μου εισήγηση θέλω να υποστηρίξω και να τεκμηριώσω
α) ότι η άρνηση ψυχοθεραπείας στις ψυχώσεις από την πλευρά του συστήματος ψυχικής υγείας κατασκευάζει μια χρονιότητα, που δεν είναι εγγενής στις εν λόγω κλινικές εικόνες, και η οποία οδηγεί σε εκατόμβες ανθρώπινων ζωών
β) ότι η εφαρμογή ψυχοθεραπείας στην πρώτη αρχή, αλλά και στη συνέχεια των ψυχωσικών καταστάσεων είναι αποτελεσματική ως προς τον στόχο της ίασης των υποκειμένων από τα ψυχωσικά συμπτώματα και της επανάκτησης μιας ποιότητας ζωής. Ειδικά κατά την πρώτη εμφάνιση της ψύχωσης, στο πρώτο και το δεύτερο επεισόδιο, που αφορά κυρίως εφήβους και μετεφήβους, η ψυχοθεραπεία μπορεί να δράσει ιδιαίτερα αποτελεσματικά, γρήγορα και σωτήρια για την μετέπειτα ζωή όλων των ενδιαφερόμενων προσώπων.
γ) ότι τα δύο παραπάνω δεν αποτελούν καινοτομίες των τελευταίων χρόνων, αλλά έχουν δώσει σοβαρά δείγματα επιτυχίας στον δυτικό κόσμο εδώ και τουλάχιστον 60 χρόνια, τα οποία παραμελήθηκαν επιστημονικά για λόγους που χρήζουν ευρύτερης κοινωνικοπολιτικής συζήτησης
δ) ότι η αλόγιστη φαρμακοθεραπεία και η πολυφαρμακία που συνήθως συναντάται στην ψυχιατρική αντιμετώπιση των ψυχώσεων καθιστά δύσκολη έως και αδύνατη την ψυχοθεραπεία, γιατί ακριβώς αυτή οδηγεί στην νοητική επιβράδυνση και την συναισθηματική επιπέδωση των ανθρώπων που την υφίστανται και όχι η ίδια η ψύχωση.
Θα ξεκινήσω από το τελευταίο σημείο, κυρίως για να το βάλουμε από την αρχή στην άκρη και να μην εμποδίσει την πιο ουσιαστική συζήτηση επί των άλλων τριών. Τα τελευταία τουλάχιστον 20 χρόνια συγκροτείται όλο και πιο εμπεριστατωμένα μια επιστημονική κίνηση σε όλον τον δυτικό κόσμο, με την συμμετοχή όλο και περισσότερων ψυχιάτρων, η οποία θεμελιώνει μια κριτική στάση απέναντι στην χορήγηση ψυχοφαρμάκων (κυρίως νευροληπτικών και αντικαταθλιπτικών) σε ανθρώπους με βαριές μορφές κατάθλιψης και ψυχώσεις. Αυτή η κριτική βασίζεται:
α) στις πολύ σοβαρές παθολογικές παρενέργειες, που επιφέρουν αυτά και στο ότι βάζουν σε κίνδυνο την ίδια τη ζωή των ληπτών
β) στην τεράστια δυσκολία διακοπής τους, εξαιτίας ενός σαφέστατου συνδρόμου βιοχημικής εξάρτησης που παράγουν στους λήπτες τους
γ) στην εν τέλει αναποτελεσματικότητά τους στην βελτίωση της ψυχικής υγείας των ληπτών
δ) στην επίμονη άρνηση των ληπτών να τα παίρνουν, που έχει ως συνέπεια την συνεχή άσκηση έμμεσης ή άμεσης βίας και πειθαναγκασμού σ’ αυτούς από το ίδιο το σύστημα και τις οικογένειές τους και
ε) στην αρνητική τους επίδραση στην εφαρμογή ψυχοθεραπείας.
Στην Γερμανία και τις ΗΠΑ η σύγχρονη κριτική ψυχιατρική μιλά για ελάχιστη δοσολογία σε περιπτώσεις οξέων επεισοδίων και σταδιακή μείωση μετά την αποδρομή του επεισοδίου, που μετρά περίπου 14 μέρες συνολικά, σύμφωνα με όλες τις μετρήσεις παγκοσμίως! Για να δώσω μια ενδεικτική τιμή του τι σημαίνει ελάχιστη δόση, αναφέρω το παράδειγμα του 1 mg αλοπεριδόλης και τα ανάλογά του στα άλλα νευροληπτικά, δεν μιλάμε δηλαδή για μια υποκειμενική εκτίμηση του τι σημαίνει ελάχιστη δόση. Οι Volkmar Adelhold, marc Rufer, Josef Zehendbauer, Jann Schlimme, Thelke Scholz, Renate Seroka, Ute Geissler κ.α. είναι μερικά από τα πιο γνωστά και πολυγραφότατα παραδείγματα ψυχιάτρων που ηγούνται αυτής της νέας κατεύθυνσης.
Στην συζήτηση αυτή, είναι σημαντικό να αναφέρω, ότι ένα μεγάλο μέρος του προβλήματος εντοπίζεται στην άγνοια των ψυχιάτρων να χειρίζονται τα φάρμακα σε ελάχιστες δόσεις και να τα μειώνουν ή να τα διακόπτουν με τρόπο που να μην αποδιοργανώνονται οι ασθενείς τους από το οξύ στερητικό σύνδρομο που εξαπολύεται και επαναφέρονται έτσι στην αρχική φαρμακευτική αγωγή. Πράγματι, τον περασμένο Σεπτέμβρη στον κύκλο ειδικών για την επαγγελματική υποστήριξη μείωσης και διακοπής ψυχοφαρμάκων, στο Βερολίνο, του οποίου διατελώ διαρκές προσκεκλημένο μέλος, το κύριο ζήτημα αιχμής που συζητήθηκε ήταν η εκπαίδευση των ψυχιάτρων σ’ αυτήν την διαδικασία, ενώ οι παριστάμενοι ψυχίατροι δήλωσαν με τιμητική γι αυτούς ειλικρίνεια ότι εκπαιδεύονται παγκοσμίως από τις φαρμακευτικές σε θεραπευτικά άτοπη χορήγηση φαρμάκων, αλλά δεν έχουν καμιά συστηματική εκπαίδευση – και άρα καμία γνώση – σχετικά με μια διαδικασία μείωσης και διακοπής τους. Με τα παραπάνω θέλω να υποστηρίξω την άποψη ότι η κριτική στην ψυχοφαρμακοθεραπεία είναι πλέον μια αναπτυσσόμενη δύναμη και στους κόλπους των κριτικά σκεπτόμενων ψυχιάτρων του δυτικού κόσμου στις μέρες μας. Δεν είναι όμως κάτι πρωτόφαντο. Τα πρώτα σοβαρά δείγματα αυτού του τρόπου σκέψης τα συναντούμε ήδη στην ψυχοθεραπευτική πρακτική ανθρώπων όπως είναι:
✔ η Frida von Reichmann (δεκαετία 1940) και του Harry Stuck Sullivan από την πλευρά της ψυχανάλυσης,
✔ η Σχολή του Palo Alto της Καλιφόρνια (δεκαετία 1950-60) από την πρώτη έναρξη της οικογενειακής θεραπείας,
✔ o ψυχίατρος Loren Mosher και το πρόγραμμα “Σωτηρία”, που ίδρυσε στις ΗΠΑ για αφάρμακη αντιμετώπιση οξέων ψυχωσικών επεισοδίων, τη δεκαετία του 1970 (πρόγραμμα το οποίο μεταφυτεύτηκε στην Ελβετία από τον ψυχίατρο Luc Ciompi και σε δημόσια ψυχιατρικά τμήματα οξέων της Γερμανίας ήδη κατά τις τελευταίες 4 δεκαετίες)
✔ ο ψυχολόγος και συστημικός θεραπευτής Jiakommo Seikkula και η ομάδα του στο δημόσιο ψυχιατρικό σύστημα της Φινλανδίας κατά τη δεκαετία του 1980 ως και σήμερα με την ανάπτυξη του Ανοιχτού Διαλόγου
✔ Ο Yrjo Alanen και η επιστημονική του ομάδα στην Σκανδιναυία με το μοντέλο της “Need Adapted Treatment” για ψυχωσικούς ασθενείς του δημόσιου συστηματος υγείας στην Φινλανδία και την Σουηδία.
✔ η πρόσφατη ίδρυση στο δημόσιο ψυχιατρικό σύστημα της Νορβηγίας ψυχιατρικής κλινικής χωρίς ψυχοφάρμακα κ.α. π. παραδείγματα.
Στη συνέχεια αυτών, μια σειρά μεγάλων θεραπευτών και ολόκληρων σχολών επεξεργάστηκαν εξειδικευμένα μοντέλα ψυχοθεραπείας στη θεραπεία των ψυχώσεων με επίσης εντυπωσιακά αποτελέσματα.
➢ H Σχολή του Μιλάνου ή Α και Β Κυβερνητικής συστημική θεραπεία (δεκ.70 και 80)
➢ Νέα Σχολή της ΧαΪδελβέργης με προεξάρχον το μοντέλο οικογενειακής θεραπείας των ψυχώσεων της ομάδας του Arnold Retzer (1996)
➢ Το Μοντέλο του Ανοιχτού διαλόγου του Σεϊκούλα στην φινλανδία
➢ το μοντέλο διαχείρισης των Φωνών και των παρανοϊκών ιδεών από το Hearing Voices Network και το Paranoia Network, στο μεταξύ παγκόσμια δίκτυα, που αριθμούν εκατομμύρια μέλη, τα οποία επωφελούνται ψυχοθεραπευτικά από την αντίστοιχη προσέγγιση.
➢ Γνωστικοσυμπεριφορικές προσεγγίσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο κυρίως, που τεκμηριώνουν με νούμερα την επιτυχία και της γνωστικοσυμπεριφορικής ψυχοθεραπείας στην θεραπεία των ψυχώσεων.
Οι παραπάνω θεραπευτές, ψυχίατροι μάλιστα πολλοί απ’ αυτούς, προέκριναν έκδηλα την ψυχοθεραπεία της φαρμακοθεραπείας για τις ψυχώσεις και έχουν να επιδείξουν θεραπευτικά αποτελέσματα ασύγκριτα καλύτερα από την κλασική ψυχοφαρμακευτική αντιμετώπιση. Ενδεικτικά αναφέρω τα παρακάτω:
1. Ενδεικτική έρευνα αξιολόγησης σχετικά με μια 20ετή (1977-1997) εφαρμογή της «Σωτηρίας» στην Ουάσιγκτον (με το όνομα “Crossing Place”) έδειξε τα παρακάτω.
Ø 90% των φιλοξενουμένων μπόρεσαν να επιστρέψουν στην κοινότητα μετά από το πολύ 30 μέρες φιλοξενία στη «Σωτηρία» έχοντας υπερβεί την ψυχωσική κρίση, χωρίς να χρειαστεί να νοσηλευτούν σε ψυχιατρικό νοσοκομείο.
Ø Κανείς από τους φιλοξενούμενους στη «Σωτηρία» για την παραπάνω 20ετία δεν αυτοκτόνησε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο πρόγραμμα.
Ø Κατά την 20ετή λειτουργίας της μονάδας δεν παρατηρήθηκε κανένας αξιοσημείωτος τραυματισμός νοσηλευόμενου ή εργαζόμενου στη μονάδα.
Οι φιλοξενούμενοι στο CrossingPlace δεν επιλέχθηκαν με κανένα κριτήριο για την εισαγωγή τους στο πρόγραμμα, αλλά αποτελούσαν τυχαίες εισαγωγές στο ευρύτερο δημόσιο ψυχιατρικό σύστημα περίθαλψης. H ίδια η μονάδα ήταν ενσωματωμένη στο δημόσιο σύστημα περίθαλψης, χωρίς κανένα διακριτικό σημάδι προς τα έξω.
2. Στατιστικά αποτελέσματα ως προς την αποτελεσματικότητα της συστημικής οικογενειακής θεραπείας ψυχώσεων Α. Retzer, 1996
(έρευνα αξιολόγησης μετά 3,5 χρόνια από την περάτωση της θεραπείας)
Υποτροπές: μείωση κατά 74,4%
Νοσηλείες: 40-45% καμιά απολύτως νοσηλεία
Βελτίωση συμπτωμάτων: 100%
Βελτίωση στην επαγγελματική ζωή: 100%
Μείωση των φαρμάκων: 100% (στους σχιζοφρενείς και αλλαγή του είδους των φαρμάκων σεμη αντιψυχωσικά).
Δείγμα: 60 κλινικές οικογένειες και ομάδα ελέγχου («φυσιολογικές» οικογένειες)
Διάρκεια θεραπείας: μ.ο. 6,5 συνεδρίες σε 16,8 μήνες.
Follow up: μ.ο. 3,2 χρόνια μετά την περάτωση της θεραπείας
3. Ανοιχτός διαλογος
Whitaker, 2010, 2011 Seikkula, 2003
Συγκριτικές έρευνες: κατά τον δεύτερο χρόνο μετά την περάτωση της θεραπείας 14-35% υποτροπών έναντι 78-84% υποτροπών στην κλασική προσέγγιση.
83% κανονική εργασία και 17% αναπηρικό στάτους, έναντι 30% κανονικής εργασίας στην κλασική προσέγγιση και άνω του 50% αναπηρικό στάτους, 20% άνεργοι.
Σας εισηγούμε σήμερα κάτι που, ενώ είναι περιθωριακή πρακτική εδώ και πολλές δεκαετίες στους κόλπους των μάχιμων ψυχοθεραπευτών, παραμένει εξωτικό στην κυρίαρχη συζήτηση γύρω από την ψυχιατρική και τις λεγόμενες ψυχιατρικές ασθένειες, πολλές φορές δε βάλλεται ως αντιεπιστημονικό και αιθεροβάμον. Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο μακριά από την αλήθεια.
Η εφαρμογή ψυχοθεραπευτικών συναντήσεων από την πρώτη αρχή ψυχωσικών κρίσεων ή κρίσεων βαριάς κλινικής κατάθλιψης ή διπολικών συμπεριφορών, συναντήσεων γρήγορης και εύκολης πρόσβασης για τις οικογένειες που βρίσκονται σε κρίση, είναι όχι μόνο εφικτή, αλλά και απόλυτα αναγκαία για την πρόληψη κλιμακώσεων φόβου, βίας και σχεσιακών επιπλοκών για το ενδιαφερόμενο σύστημα. Σε περιπτώσεις πρωτοψυχωσικών εφήβων ή μετεφήβων καλούμαστε να το κάνουμε αντιμετώπιση ρουτίνας στην ψυχιατρική-ψυχοθεραπευτική μας πράξη.
Σύμφωνα με την συστημική θεραπεία των ψυχώσεων, η συγκρότηση του ψυχωσικού βιώματος χτίζεται σταδιακά μέσα στο χρόνο και ακολουθεί σταθερά μοτίβα επικοινωνίας μέσα στην οικογένεια, τα οποία χαρακτηρίζουν όλα τα μέλη, σαν ένα είδος “φιλοσοφίας της οικογένειας”, και όχι μόνο το μετέπειτα ψυχωσικό μέλος.
Επικοινωνιακά μοτίβα ψυχωσικών οικογενειών
1. Υπερβολικά ρευστές κατασκευές πραγματικότητας (Simon et al., 1989)
2. Συγχρονική αποσύνδεση στην οργάνωση του χρόνου (Retzer, 1996)
3. Μυστικοποίηση (Mystification, R. Laing)
4. Διπλός δεσμός (Bateson, 1956)
5. Υπερβολικά ευμετάβλητες σχεσιακές συμμαχίες (Retzer,1996)
6. Έντονη ανταλλαγή επιθετικών/απορριπτικών συναισθημάτων (Vaughn & Leff, 1976, Miklowitz, 1984)
7. Υπερεμπλοκή του κάθε μέλους στην ζωή των άλλων (Schweitzer, 1994)
8. Κεντρικό δίλημμα: Σύνδεσης-Αυτονομίας (Retzer, 1996, Schweitzer & Schuhmacher,1996)
9. Έλλειψη ανοχής στην σύγκρουση κι συνεπαγόμενη αποφυγή συγκρούσεων (Retzer, 1996, Schweitzer & Schuhmacher,1996)
10. Εξορισμός του ενδιαφερόμενου μέλους από την επικοινωνία ( Retzer, 1996)
Η διαπίστωση σε πρώιμα στάδια της συνεργασίας μας με την οικογένεια , της ταυτόχρονης παρουσίας όλων αυτών των επικοινωνιακών μοτίβων, μας δίνει την τεράστια θεραπευτική δυνατότητα να δράσουμε πρώιμα σε επίπεδο πρόληψης του ψυχωσικού ξεσπάσματος, επηρεάζοντας την αλλαγή των μοτίβων αυτών. Η συστημική οικογενειακή θεραπεία έχει να επιδείξει ένα τεράστιο οπλοστάσιο τεχνικών και λογικών που επιτυγχάνουν μια τέτοια στόχευση. Κι αυτό μπορεί να αρχίσει ήδη από τη στιγμή που η οικογένεια μιλάει στα γραφεία μας για “ακατανόητη συμπεριφορά” απόσυρσης ή επιθετικότητας του νεαρού της μέλους ή ακραίες ενδείξεις “εφηβείας”.
Αν μπορούμε να χωρίσουμε ένα ψυχωσικό επεισόδιο σε τρεις σημαντικές φάσεις (πρόδρομα σημάδια/ οξεία φάση / μεταψυχωσική αύρα) διαπιστώνουμε ότι στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων το τρέχον σύστημα ψυχιατρικής δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες ούτε της πρώτης, ούτε της δεύτερης φάσης με όρους φροντίδας και θεραπείας. Στην πρόδρομη φάση, αν η οικογένεια φτάσει στους θεσμούς (και από την εμπειρία μας στο ΕΚΕΨΥΕ αυτό συμβαίνει ευτυχώς όλο και συχνότερα), δεν υπάρχει μια βοηθητική προετοιμασία αναχαίτισης της κλιμάκωσης προς την οικογένεια. Συνήθως αυτό που της προτείνεται είναι ήδη η έναρξη της φαρμακοθεραπείας, πράγμα που οι περισσότερες οικογένειες απορρίπτουν, κι αν όχι οι γονείς σίγουρα ο ίδιος ο έφηβος. Στην οξεία φάση δεν υπάρχει καμιά ψυχοθεραπευτική συνοδεία στην κρίση, τόσο για το άτομο όσο και για την οικογένεια, αλλά αντίθετα το άτομο απομονώνεται σε συνθήκες εγκλεισμού, συχνά και βίας, ενώ η οικογένεια μπαίνει απλά στον πάγο, να περιμένει τις όποιες αποφάσεις των ψυχιάτρων στους οποίους δεν έχει συνήθως και εύκολη πρόσβαση και πάντως καμία ουσιαστική συμβουλευτική και ψυχοθεραπευτική στήριξη. Η φερόμενη ως θεραπεία διαφαίνεται να ξεκινά στην τρίτη φάση, της μεταψυχωσικής αύρας, μετά την αποκλιμάκωση του επεισοδίου, με όρους απολύτως ακατάλληλους για μια ουσιαστική θεραπεία: βαριά φαρμακευτική αγωγή, ένας πολυτραυματίας άνθρωπος από την εμπειρία της ψύχωσης, την βίαια αντιμετώπισή του, την εγκατάλειψη της οικογένειάς του μέσω των οδηγιών των γιατρών και μια διαλυμένη ψυχικά οικογένεια, η οποία τίθεται μπροστά σε ένα τραγικό σενάριο μόνιμης αναπηρίας του μέλους της. Διοικητική διαχείριση του ανθρώπινου πόνου και όχι θεραπεία, συνάδελφοι.
Τα ΚΨΥ θα μπορούσαν να είναι τα πρώτα σημεία πρόσβασης για λήψη βοήθειας, όπου οι οικογένειες θα ενημέρωνονταν από εξειδικευμένο στον τομέα αυτό προσωπικό για το τι έχουν να περιμένουν ως εξέλιξη και τι μπορούν να κάνουν για αποκλιμάκωση των εντάσεων. Σε δεύτερο επίπεδο το ΚΨΥ θα έπρεπε να μπορεί να διαθέτει στην οικογένεια υπηρεσία κατοίκον συνοδείας στην κρίση, σύμφωνα με το πρότυπο του Ανοιχτού διαλόγου, από ομάδα εκπαιδευμένων θεραπευτών. Σε περίπτωση στην οποία δεν θα αποφευχθεί η ψυχιατρική νοσηλεία, εντός του χώρου του ψυχιατρείου, μπορεί και πρέπει να αρχίσει από την πρώτη στιγμή της νοσηλείας μια ενεργητική συνοδεία του εν κρίσει ευρισκόμενου προσώπου από θεραπευτές που θα ξέρουν να συνδιαλλαγούν με την ένταση και τα ψυχωσικά συμπτώματα, χωρίς να φοβηθούν και να αποδιοργανωθούν οι ίδιοι. Δεσίματα, απομονώσεις, απαγορεύσεις επισκεπτηρίων, βίαια ενέσιμα κοκτέιλ κλπ εννοείται ότι δεν νοούνται σε μια τέτοια συνθήκη, καθώς – πέραν του ποινικού χαρακτήρα που μπορούν να προσλάβουν για το προσωπικό που τα ασκεί – κλιμακώνουν τον πόνο, την ένταση και αποτελούν το απόλυτο ρήγμα εμπιστοσύνης του πάσχοντος προς όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα εντός και εκτός ψυχιατρείου. Θα συμφωνήσουμε, νομίζω όλοι, ότι τίποτα από τα παραπάνω δεν ευνοεί την ανάρρωση ενός ανθρώπου που πονά τόσο βαθιά ψυχικά.
Σε 14 μέρες μετά την έναρξη του επεισοδίου τοποθετείται παγκοσμίως ο χρόνος φυσικής αποκλιμάκωσης ενός οξέος ψυχωσικού επεισοδίου, εφόσον δεν επιμολυνθεί με βία και χημικό πάγωμα. Μετά από αυτό το χρονικό διάστημα, που το ενδιαφερόμενο άτομο αρχίζει και ξαναεπικοινωνεί με το περιβάλλον του εκτός ψύχωσης πια, είναι η στιγμή που μπορεί να αρχίσει η ψυχοθεραπεία με όρους σημασιοδότησης και κατανόησης του τι έχει συμβεί, τι σημαίνει στο συμβολικό σύστημα του ατόμου και της οικογένειας και σε τι μπορεί να επηρεάσει θετικά από δω και πέρα τη ζωή του. Είναι η στιγμή που μπορούν να ξεκινήσουν οικογενειακές συναντήσεις ψυχοθεραπείας από ειδικά εκπαιδευμένους θεραπευτές. Μέσα στο ψυχιατρικό τμήμα ή και εξωτερικά μετά το εξιτήριο, στο νοσοκομείο ή στο ΚΨΥ. Οι ψυχοθεραπευτικές συναντήσεις μπορούν και οφείλουν να συνεχιστούν όσον χρόνο χρειαστεί, ώστε το άτομο που έχει βιώσει το επεισόδιο και η οικογένειά του να είναι σε θέση να σταθεροποιήσει μια αξιοβίωτη ζωή στην κοινότητα, επιστρέφοντας σταδιακά στους φυσικούς του χώρους. Χωρίς ή με ελάχιστη χημική υποστήριξη. Με νοητική και συναισθηματική εγρήγορση, που είναι τα βασικά αποθέματα κάθε ανθρώπου για να ξεπεράσει οποιαδήποτε κρίση ζωής του παρουσιαστεί. Χωρίς πεπρωμένο χρονιότητας και καταστροφής της ζωής του ίδιου και της οικογένειάς του.
Αν η ψυχιατρική εξακολουθήσει να απορρίπτει ή να αποκλείει την άσκηση ψυχοθεραπείας σε περιπτώσεις σοβαρών ψυχικών κρίσεων, διαπράττει μια ιδεολογικά επενδυμένη παραπληροφόρηση με τραγικές συνέπειες για τις ζωές των ανθρώπων που την έχουν εμπιστευτεί.
Συμφωνώ ότι χρειάζεται εκπαίδευση του προσωπικού υγείας. Ειδική εκπαίδευση σε μοντέλα ψυχοθεραπείας που έχουν αποδείξει την επάρκειά τους σ’ αυτές τις καταστάσεις. Όμως αυτά υπάρχουν. Και τι είναι πιο επείγον από την εκπαίδευση σε έναν χώρο που ασχολείται με την ανθρώπινη ζωή; Δεν θέλω να πιστέψω ότι οποιοσδήποτε από μας εδώ θεωρεί τον κοινωνικό έλεγχο και την βίαιη καταστολή του πάσχοντος υποκειμένου ως θέματα πιο επείγοντα από το να εκπαιδευτούν οι λειτουργοί υγείας. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι κάποιος από μας εδώ ακολούθησε αυτό το επάγγελμα για τέτοιους λόγους. Σας ευχαριστώ.