του Βασίλη Περιβολάρη

Πρόσφατα ο συστημικός θεραπευτής και κοινωνιολόγος Βασίλης Περιβολάρης συμμετείχε στην εκδήλωση για το βιβλίο της Άννας Εμμανουηλίδου «Από το άσυλο προς την κοινωνική χειραφέτηση: 1989-2024: 35 χρόνια στον δρόμο» (2025, εκδόσεις Νησίδες) που έλαβε χώρα στις 24 Απριλίου 2026. Το βιβλίο καταγράφει την ιστορία και τις προκλήσεις της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στην Ελλάδα, εστιάζοντας στην αποασυλοποίηση και την κοινωνική επανένταξη. Το Mad in Greece παρουσιάζει την ομιλία του Βασίλη Περιβολάρη, η οποία θίγει βασικές πτυχές και διακυβεύματα του κινήματος για ένα δημοκρατικό μοντέλο ψυχικής υγείας με αφορμή το βιβλίο.
35 χρόνια στον δρόμο, στα συλλογικά και στα κινήματα. 35 χρόνια θεωρίας και πράξης. 35 χρόνια και συνεχίζει να είναι εδώ ενάντια στην ψυχιατρική εκατόμβη όπως δεν διστάζει να τη χαρακτηρίσει η ίδια (σ. 315), στις επάλξεις των μάχιμων και ακτιβιστριών επαγγελματιών για ένα άλλο μη βίαιο, μη κακοποιητικό, μη ψυχιατρικό παράδειγμα ανθρώπινης συνάντησης με τον ψυχικό πόνο. Όχι για λίγους και καλούς, όχι μόνο για όσους συμμορφώνονται, αλλά για όλους και ειδικά για όσους δεν συμμορφώνονται. Το δεύτερο μέρος του βιβλίου που έχω την ευτυχία να σας παρουσιάσω έχει ως αφετηρία το 2010 και αυτό τυχαίνει να συμπίπτει με την προσωπική μου γνωριμία με τη γράφουσα σε μια συνέλευση του Παρατηρητηρίου που χωροταξικά μπορεί να βρισκόταν αλλού, αλλά από κάθε άλλη άποψη δεν έχει αλλάξει τίποτα ως προς τις θεματικές, που ένθερμα και δονκιχωτικά ίσως συνεχίζουμε να συζητάμε και να διεκδικούμε. Εγώ τότε υπάκουος ψυχιατρικός ασθενής με μεράκι όμως για τα συλλογικά και την αυτοβοήθεια και η Άννα να με ρωτάει: παίρνεις φάρμακα; δεν σου φαίνεται… Δεν πολυκατάλαβα τότε τι εννοούσε, αλλά ένας σωτήριος σπόρος αμφισβήτησης της ψυχιατρικής φυτεύτηκε μέσα μου και της είμαι αιώνια ευγνώμων γι’ αυτό.
Γιατί πέραν της πλούσιας παρακαταθήκης της στο πεδίο: προϋπηρεσία στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, μεταφράσεις βιβλίων, έρευνες δράσης, άρθρα, ομιλίες, παρεμβάσεις, εκπαιδεύσεις, εποπτείες, συλλογικότητες, τεκμηριωμένες πρακτικές πέραν της ψυχιατρικής, τα υπόλοιπα είναι προσωπική ευθύνη του καθενός και της καθεμιάς μας να εμπνευστούμε και να γονιμοποιήσουμε όλα αυτά τα ερεθίσματα. Να ψαχτούμε, να αντισταθούμε, να συνδιαμορφώσουμε το κάτι άλλο που δεν υπάρχει ακόμα. Εν ολίγοις, να γίνουμε παρεμβαίνοντες πολίτες όπως μας προσκαλεί (σ. 295). Γιατί το πώς προσεγγίζουμε τα προβλήματα ψυχικής υγείας δεν αφορά μόνο τους “λήπτες” και τους ανθρώπους με ψυχιατρική εμπειρία, αφορά ολόκληρη την κοινωνία και ακόμα περισσότερο αφορά το τι είδους κοινωνία δημιουργούμε.
Πίσω σε εκείνη τη συνέλευση, η Άννα είχε εμφανιστεί ξενυχτισμένη, πασχίζοντας να ανακαλύψει έναν βιώσιμο τρόπο χρηματοδότησης ενός σπιτιού φυγής, ενός καταφυγίου δηλαδή με εκπαιδευμένο προσωπικό πάνω στις αρχές του Ανοιχτού Διαλόγου και ανάλογων εγχειρημάτων για να βιώνουν εκεί οι άνθρωποι τις ψυχικές τους κρίσεις αβίαστα, συνεργατικά και με ασφάλεια. Το σπίτι φυγής αποτελεί διακαή πόθο για το Παρατηρητήριο με το 2022 να φτάνουμε στο παρά ένα να το υλοποιήσουμε. Ξέρετε τι λένε για τις ουτοπίες όμως. Ακόμα και αν απομακρύνονται όσο τις πλησιάζουμε, μας κάνουν να προχωράμε. Τώρα αν στα 15 χρόνια που τη γνωρίζω καταφέρνει να συντηρεί ένα τέτοιο ασίγαστο πάθος με αδιαμφισβήτητο προσωπικό κόστος: απίκο στα τηλέφωνα, σε κρίσεις, στα μέιλ, στις συνελεύσεις, σε εκατό ομαδικές, ούτε μπορώ να διανοηθώ τη φλόγα και την ενέργεια της πρώτης νιότης της… Προσωπικό κόστος που όπως χαρακτηριστικά γράφει βλέπει ως δώρο και όχι ως θυσία (σ. 292). Περιδιαβαίνοντας σήμερα στη σκέψη της συνυφασμένης με την ιστορία του Παρατηρητηρίου, ίσως καταφέρουμε να καταλάβουμε το “μυστικό” της. Ίσως και αποδεχτούμε την έκκλησή της να ξεκουνηθούμε…
2010 λοιπόν, έτος που ξεκινήσαμε και έκτοτε συνηθίσαμε να μιλάμε για κρίσεις κάθε λογής σε παγκόσμιο επίπεδο και ειδικά στη χώρα μας με τις πολιτικές λιτότητας, οριζόντιων περικοπών και μαζικής ενοχοποίησης που εφαρμόστηκαν. Σε ένα τέτοιο ανθρωποφάγο πλαίσιο από την επιδημία των αυτοκτονιών της οικονομικής κρίσης· μέχρι το 70% των ακούσιων επί του συνόλου των ψυχιατρικών νοσηλειών· μέχρι το προσφυγικό· μέχρι την εκθετική αύξηση στην κατανάλωση ψυχοφαρμάκων που μετρούσαμε στα λύματα στον κορονοϊό· μέχρι τη γενοκτονία σε ζωντανή μετάδοση· μέχρι την παραβατικότητα των ανηλίκων σε κοινωνίες αφιλόξενες για το μέλλον των παιδιών μας μέχρι μέχρι μέχρι, καλούμαστε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στη δήθεν ώριμη φάση της ως και την υποτιθέμενη ολοκλήρωση της, όπως νομοθετήθηκε τον Αύγουστο του 2024.
Ποια είναι όμως η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, που περιθωριακά συζητήθηκε και που σίγουρα δεν ολοκληρώθηκε; Χωρίς περιστροφές, η συγγραφέας απαντά: “Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε ήταν η παραγνώριση της φυσιολογικότητας της τρέλας ως μιας στιγμής του συνεχούς τού να είσαι άνθρωπος” (σ. 270). Ο David Cooper, ο γνωστός αντιψυχίατρος, έγραφε στη Γλώσσα της Τρέλας: “Η τρέλα είναι μια κοινή κοινωνική ιδιοκτησία που μας την έχουν κλέψει, όπως την πραγματικότητα των ονείρων μας και του θανάτου μας: πρέπει να πάρουμε πίσω αυτά τα πράγματα με πολιτικό τρόπο ώστε να γίνουν δημιουργικότητα και αυθορμητισμός σε μια μετασχηματισμένη κοινωνία”.
Η Άννα μάς προσκαλεί ακριβώς σε μια δημιουργική, συναινετική και αλληλέγγυα βίωση της ψυχωσικής κρίσης και της κάθε ακραίας ψυχικής εμπειρίας, εμπνευσμένη από την εμπειρία της Λέρου, από την προϋπηρεσία της σε γερμανικά ψυχιατρεία, από την ύστερη συστημική γνωσιοθεωρία και πράξη που εκπροσωπεί, από το πολιτικό
αίτημα της χειραφέτησης των καταπιεσμένων, από τις κριτικές φωνές μέσα στους κόλπους της ψυχιατρικής, από τα κινήματα αυτοβοήθειας των ίδιων των ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία. Γιατί τι είναι οι ψυχικές κρίσεις αν όχι προσωρινές, με έμφαση το προσωρινές, καταστάσεις που όλα κρίνονται και επαπροσδιορίζονται μέχρι να επιτευχθεί ένα νέο, σοφότερο σημείο ισορροπίας;
Και συνεχίζει: “Ανήκω στη γενιά της μεταρρύθμισης, στους νέους τότε επαγγελματίες που βρήκαν την επαγγελματική τους ταυτότητα και ένα κοινωνικό όραμα μέσα από την ιδέα της αποασυλοποίησης και της κοινωνικής επανένταξης των ρατσιστικά εκδιωγμένων ψυχικά αρρώστων. Στη γενιά λοιπόν αυτών, που πέρασαν χωρίς να το καταλάβουν από μια απάνθρωπη, καταπιεστική προνοιακή λογική σε μια ανθρωπιστική καταπιεστική λογική” (σ. 272). Σε πρώτη ανάγνωση, ακούγεται παράδοξο. Ναι, η ψυχοκοινωνική φροντίδα εξανθρωπίστηκε στο επίπεδο της γυμνής ζωής και των υλικών συνθηκών: οι έγκλειστοι εν πολλοίς ντύθηκαν και πλύθηκαν, δεν ξυλοκοπούνται πια σε συστηματική βάση, παίρνουν επιδόματα, οι αλυσίδες γίνανε ιμάντες και οι εγκλεισμοί τους συνήθως έχουν ημερομηνία λήξης πια, αλλά η όλη αντιμετώπισή τους παραμένει εξόχως ιεραρχική, αυταρχική και παραβιαστική.
Γιατί μπορεί φαινομενικά να θεσπίστηκαν νόμοι φιλικοί στους “λήπτες”, ψυχιατρικά άσυλα να έκλεισαν και δομές στην κοινότητα και κέντρα ψυχικής υγείας να άνοιξαν – ναι, αποσπασματικά και αποσυνδεδεμένα και ελλειμματικά και εξυπηρετώντας οικονομικά κατά τόπους συμφέροντα, αλλά ακόμα και έτσι, άνοιξαν. Μπορεί το δημόσιο σύστημα υγείας να αποψιλώνεται διαρκώς, αλλά αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη είναι πως αυτό το καταρρέον που υφίσταται συσπειρώνεται ολοένα γύρω από το ψυχιατρικό κατεστημένο. Και αυτό το κατεστημένο ανενόχλητο σχεδιάζει την υποχρεωτική κατ’ οίκον νοσηλεία και λήψη αγωγής, γράφοντας στα παλιά του τα παπούτσια την επικυρωμένη από το ελληνικό κράτος Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία των Ηνωμένων Εθνών που απαγορεύει την ακούσια νοσηλεία και την ακούσια φαρμακοθεραπεία (άρθρο 12 του νόμου 4074/2012).
Από τον φιλάνθρωπα απάνθρωπο Καιάδα του εγκλεισμού στην επιτηρούμενη ψευδοελευθερία, η συγγραφέας προειδοποιεί: “Ο μεγαλύτερος κίνδυνος σήμερα είναι να αρχίσουμε, από οικονομική ανασφάλεια, να προσπαθούμε να κρατήσουμε το παλιό ως κεκτημένο που μας το παίρνουν” (σ. 278), αντιπροτείνοντας “να χτίσουμε κάτι άλλο” αυτοοργανωμένα από-τα-κάτω και στο ύψος των αναγκών μας και υπογραμμίζει πως “Υγεία είναι να οραματίζεσαι το μέλλον και να απολαμβάνεις το παρόν. Χωρίς φόβο. Χωρίς σεβασμό στους ασεβείς” (σ. 284).
Αυτό που προτείνει είναι σχετικά μικρά κοινωνικά δίκτυα αλληλεγγύης ως απάντηση στη θεσμική βία “για να απελευθερωθούμε από τα δεσμά χωρίς να χάσουμε τους δεσμούς μας” όπως γράφει (σ. 291). Αφού εντοπίσουμε τον συνδετικό μας κρίκο και θέσουμε κάποιους πρακτικούς στόχους, χρειάζεται να εμπιστευόμαστε τα πρόσωπα – η δράση των οποίων θα ελέγχεται αναστοχαστικά από κοινού στις συνελεύσεις, χρειάζεται να εμπιστευόμαστε τις συλλογικές ανάγκες και διαθεσιμότητες και χρειάζεται να εμπιστευόμαστε τους φυσικούς ρυθμούς του συστήματος. Η βασική λειτουργική αρχή των προτεινόμενων δικτύων και ειδικά του Παρατηρητηρίου είναι: ο καθένας και η καθεμιά όσο μπορεί, όπως μπορεί, όποτε μπορεί. Ακούγεται χαοτικό, αλλά δουλεύει. Όχι εύκολα, όχι γρήγορα, αλλά σε βάθος χρόνου, αφήνει έργο. Με τα λόγια της Άννας, “πράττουμε μόνο ό,τι μπορούμε και μόνο με όρους που μπορούμε.
Δεν είναι ανάγκη να είναι τίποτε άλλο, πέρα από αυτό που μπορούμε” (σ. 293). Και μάλιστα αυτό που μπορούμε όχι πυρ κατά βούληση, αλλά μόνο εφόσον και αν έχουμε πάρει τη συναίνεση της ομάδας. Πρώτα η συναίνεση, μετά η δράση. Πρώτα ο διάλογος και η ζύμωση, μετά η υλοποίηση.
Τώρα αν τα πρόσωπα είναι επιστήμονες, η κοινωνική θέση των οποίων φέρει το ειδικό βάρος των “ειδικών”, τότε ο στόχος της δράσης τους, σύμφωνα με τη συγγραφέα, βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι: θα μεριμνήσουν για “την απελευθέρωση ή για την περαιτέρω αναστολή/δέσμευση των δυναμικών αυτενέργειας στο κοινωνικό σώμα”; “Με την ιδιότητα του επαγγελματία ψυχικής υγείας” γράφει “είναι στην πράξη αδύνατο να μην παρεμβαίνουμε ευρύτερα κοινωνικά” (σ. 300). Για την Άννα, δεν νοούνται κοινωνικοί επιστήμονες από καθ’ έδρας και απομονωμένοι στα ερευνητικά τους γραφεία, αλλά ως κοινωνικοί εργάτες οφείλουν να δραστηριοποιούνται και να προάγουν τη γνώση μέσα στην κοινωνία κριτικά και αναστοχαστικά και όχι ως λυκόπουλα του συστήματος. Αν και πολύ μελάνι έχει χυθεί
για την επιστημονική ουδετερότητα και αντικειμενικότητα, μας υπενθυμίζει πως “στόχος της συστημικής ουδετερότητας (και πολυμεροληψίας) δεν είναι η διατήρηση αυτού που υπάρχει, ακόμα και αν το σύστημα στην πορεία ελεύθερα το αποφασίσει” (σ. 368) να παραμείνει ως έχει. Ζητούμενο είναι κάθε φορά η πολυφωνία, το άνοιγμα των δυνατοτήτων και ας μείνουν αχρησιμοποίητες, η ενήμερη συγκατάθεση, η ελευθερία επιλογής. Και συνεχίζει παρακάτω “Ο κοινωνικός επιστήμονας είναι αυτός, ο οποίος θα αφουγκραστεί με σεβασμό, θα θέσει σε συλλογικές διαδικασίες συζήτησης, θα εμπλουτίσει με μέθοδο εφαρμογής και θα οργανώσει ή/και θα συμμετέχει σε διαδικασίες αναστοχασμού σχετικά με ό,τι προκρίνουν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι” (σ.309-310).
Οι άμεσα ενδιαφερόμενοι του ευρωπαϊκού δικτύου επιζώντων και (πρώην) χρηστών της ψυχιατρικής (ENUSP) ζητούν:
την απόρριψη του μονοσήμαντου ιατρικού μοντέλου,
το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού και την ενίσχυση της αυτοβοήθειας,
το δικαίωμα για ελεύθερη από ψυχοφάρμακα και βία βοήθεια,
την άρση των διακρίσεων σε βάρος τους,
τη συμμετοχή στα κέντρα λήψης αποφάσεων.
Και όμως όπως διαβάζουμε στο βιβλίο και όπως γνωρίζουμε εμπειρικά: “Ο χρόνος παραμονής των συμμετεχόντων στα προγράμματα κοινωνικής ψυχιατρικής είναι αόριστος και τείνει στο άπειρο. Η έννοια της αποκατάστασης έχει πάρει το νόημα της διά βίου παραμονής στο κοινωνικοψυχιατρικό γκέτο: προστατευόμενος ελεύθερος χρόνος, προστατευόμενη κατοικία, προστατευόμενη εργασία, προστατευόμενο συναίσθημα και πολλή πολλή χημεία… Πώς μετατρεπόμαστε σε αυτό το νηπιαγωγείο ενηλίκων;” (σ. 320) αναρωτιέται εύλογα η συγγραφέας. Πώς η νοσηλεία και η επαφή με το ψυχιατρικό σύστημα εγγράφεται ως αρχή της ζωής και όχι ως κατάληξη μιας σειράς παραγόντων και μάλιστα κατάληξη ενδεχομενική καθοδηγούμενη από τις κοινωνικές ανισότητες;
Πώς η έξοδος από το ψυχιατρείο φτάνει να υπακούει στο φαινόμενο της περιστρεφόμενης πόρτας και της χρονιότητας και όχι στις ανάγκες των εξυπηρετούμενων, στις ανάγκες των εργαζομένων, στις ανάγκες όλων των πολιτών εντέλει; Πώς ολόκληρο το σύστημα της ψυχικής υγείας καταλήγει να περιστρέφεται γύρω από συμπτώματα και συνταγές φαρμάκων και όχι από σενάρια αξιοβίωτης ζωής πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το ψυχιατρείο; Γιατί εντέλει, το ερώτημα που προκύπτει είναι: αν δεν ζούμε μια αξιοβίωτη ζωή, όπως και αν την ορίσουμε, μπορούμε να έχουμε καλή ψυχική υγεία; Πώς, αντί για αξιοβίωτες, καταντήσαμε να μιλάμε για λειτουργικές ζωές; Μάλλον θα συμφωνήσουμε πως όλα αυτά δεν είναι ιατρικά ερωτήματα. Και όμως τις απαντήσεις τους τις έχουμε παραδώσει στις ορέξεις των βιολογίζοντων ψυχιάτρων.
Επιπλέον, μάλλον θα συμφωνήσουμε με τη διαπίστωση της Άννας πως: “Αν η ψυχιατρική εξακολουθήσει να απορρίπτει ή να αποκλείει την άσκηση ψυχοθεραπείας σε περιπτώσεις σοβαρών ψυχικών κρίσεων, διαπράττει μια ιδεολογικά επενδυμένη παραπληροφόρηση με τραγικές συνέπειες για τις ζωές των ανθρώπων που την έχουν εμπιστευτεί” (σ. 338). Και όταν μιλάμε για άσκηση ψυχοθεραπείας, δεν εννοούμε ψυχοεκπαίδευση όπως συχνά παρερμηνεύεται. Το ζητούμενο δεν είναι να γίνουμε εξπέρ στην ψυχιατρική ορολογία ούτε να γίνουμε ντετέκτιβς συμπτωμάτων ούτε να έχουμε ζωές νορμοθυμικές και επίπεδες χωρίς εξάρσεις ούτε να έχουμε συνεχώς έναν μεγεθυντικό φακό στις αδυναμίες μας. Ευχής έργο είναι να μπορούμε να αναστοχαστούμε πάνω στις ζωές μας, ξεψαχνίζοντας τα αποθέματά μας, συμμετέχοντας ενεργά και κρατώντας εμείς το τιμόνι του νοήματος και των σκοπών μας.
Τώρα αν στο επίκεντρο παραμένουν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι ως ειδικοί-από-εμπειρία και αν η ψυχοθεραπεία δεν είναι ψυχοεκπαίδευση, τότε τι είδους ειδημοσύνη είναι; Σύμφωνα με τη συγγραφέα, “θεωρούμε ότι είμαστε ειδικοί όχι στις απαντήσεις, αλλά στις ερωτήσεις… Οι ψυχοθεραπευτές και οι ψυχοθεραπεύτριες συνοδεύουν με τον ίδιο σεβασμό οποιαδήποτε απάντηση και προσπαθούν να ενδυναμώσουν τους συνομιλητές τους στην κατεύθυνση της πραγματοποίησης λύσεων που αναπτύσσουν οι ίδιοι… Ξέρουμε ότι εμείς οι ίδιοι ή οι αγαπημένοι μας μπορούμε να βρισκόμαστε αύριο στην πλευρά αυτών που χρειάζονται βοήθεια, και γι’ αυτό αυτή η θέση έχει μια φυσικότητα και μια συνειδητότητα που προσανατολίζεται στο καλό όλης της κοινωνίας” (σ. 245). Γιατί “στη θεωρία της αυτοποίησης, όπως και σε όλη τη θεωρία των συστημάτων, δεν υπάρχει διάκριση ουσιαστική μεταξύ ατομικού και κοινωνικού καλού” (σ. 370). Μακροπρόθεσμα, μας συμφέρει να ευημερούμε όλες οι πλευρές.
Το βιβλίο κλείνει με δυο πρακτικές που λείπουν αλλά που θα όφειλε, σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία και νομοθεσία, να προσφέρει το σύστημα ψυχικής υγείας: της συνεργατικής υποστήριξης στη διακοπή των ψυχιατρικών φαρμάκων και της συνοδείας στην κρίση. Η πρώτη ως “μοντέλο για τους ανθρώπους που μειώνουν και σταματούν τα ψυχοφάρμακα περιλαμβάνει τη δημιουργία ενός υποστηρικτικού κοινωνικού δικτύου, την εξεύρεση ενός νέου τρόπου ζωής και μια διαφορετική αντίληψη της ψυχικής δυσφορίας και της ευημερίας στη ζωή” (σ. 375). Και η δεύτερη λειτουργεί ως ανάχωμα ανάμεσα στους ανθρώπους που βιώνουν ακραία ψυχική κρίση και στο τραύμα του εγκλεισμού τους στο ψυχιατρείο με τη βία, αποκλιμακώνοντας σχετικά γρήγορα μια υποτιθέμενα εφ’ όρου ζωής συνθήκη μέσα από την πολύ πυκνή και στοχευμένη προσφορά ανθρώπινης παρουσίας. Εκατέρωθεν, βρίσκονται στην πρωτοπορία της συνάντησης με τον ακραίο ψυχικό πόνο, καθώς δεν περιλαμβάνουν μόνο ανθρώπους που εκπαιδεύονται να τον αντιμετωπίσουν, αλλά την εμπειρία και την οπτική, την τεχνογνωσία αν θέλετε, των ανθρώπων που τον έχουν βιώσει, έχουν επιβιώσει και ζουν ενδυναμωμένα ανάμεσά μας.
Κλείνοντας, αυτή η σύντομη παρουσίαση θα μπορούσε να συνοψιστεί σε τρεις λέξεις: ανάγκες, αυτενέργεια, συναίνεση. Χρειαζόμαστε πόρους για να καλύψουμε τις ανάγκες μας, αυτενέργεια γιατί δικιά μας ζωή είναι στο κάτω-κάτω και συναίνεση γιατί αλληλοεξαρτώμαστε. Αυτά φτάνουν αρκεί να θυμόμαστε πως σήμερα εγώ, αύριο εσύ.
Πηγή και link για το άρθρο : https://madingreece.org/asyloemmanouilidou/